Οι απαρχές του κουκλοθεάτρου εντοπίζονται σε προϊστορικές παραδόσεις στην Ασία, τη Μεσόγειο και την Αφρική. Στην αρχαία Ελλάδα οι κούκλες χρησιμοποιούνταν σε θρησκευτικές τελετές, ενώ στην Ασία το κουκλοθέατρο ανέπτυξε ποικίλες εκφράσεις, όπως αυτή του ιαπωνικού Μπουνράκου [Bunraku] ή του ινδικού Καθπουτλί [Kathputli]. Στη μεσαιωνική Ευρώπη το κουκλοθέατρο αξιοποιούνταν για την εκπαίδευση των λαϊκών τάξεων, παρουσιάζοντας ιστορίες με ηθικοπλαστικό και θρησκευτικό περιεχόμενο σε πανηγύρια, δημόσιες γιορτές και διασκεδάσεις. Έκτοτε διάφοροι λαοί της Ευρώπης και της Ασίας δημιούργησαν τις δικές τους μορφές λαϊκού παραδοσιακού κουκλοθεάτρου, όπως το αγγλικό Punch and Judy [Παντς και Τζούντυ], ο ρωσικός Πετρούσκα [Petrushka] ή ο ελληνικός Φασουλής. Παρά τις όποιες διαφορές τους, όλα τα είδη κουκλοθεάτρου ενσωματώνουν καλλιτεχνικά στοιχεία του θεάτρου, της μουσικής και των εικαστικών τεχνών. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η χρήση γκροτέσκων τρισδιάστατων ή επίπεδων ομοιωμάτων (αντικείμενα - κούκλες), τα οποία ελέγχουν και εμψυχοποιούν ορατοί / ορατές ή αφανείς χειριστές / χειρίστριες. Οι κεντρικοί τους ήρωες / ηρωίδες διαθέτουν κοινά γνωρίσματα (θρασύδειλοι/ες, πεινασμένοι/ες, καυχησιάρηδες/ες, αυθάδεις), ενώ στα βασικά τους μοτίβα περιλαμβάνονται παρεξηγήσεις, ξυλοδαρμοί και συγκρούσεις. Τέλος, οι θίασοι του παραδοσιακού κουκλοθεάτρου υπήρξαν κατά κανόνα μονοπρόσωποι (ένας κουκλοπαίκτης) και συχνά περιπλανώμενοι, καθώς η ευελιξία του σκηνικού χώρου δράσης τους (συνήθως ξύλινος σκελετός και ύφασμα ως αυλαία) επέτρεπε την εύκολη μετακίνησή τους.
Το κουκλοθέατρο δεν απευθύνεται μόνο στο παιδικό, αλλά και στο ενήλικο κοινό, στοχεύοντας στην πολιτική σάτιρα και την κοινωνική ευαισθητοποίηση. Σε περιόδους κρίσης, το κουκλοθέατρο αξιοποιήθηκε ως μέσο αφύπνισης, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις ελληνικές παραστάσεις κουκλοθεάτρου στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης.
Η ποικιλομορφία του κουκλοθεάτρου αντικατοπτρίζεται στα διάφορα είδη του, τα οποία διαφέρουν ανάλογα με την τεχνική, το υλικό και την αισθητική προσέγγιση. Το θέατρο με μαριονέτες περιλαμβάνει ευέλικτες κούκλες που ελέγχονται με νήματα ή σύρματα από τους χειριστές / τις χειρίστριες, αναπαριστώντας κυρίως ανθρώπινους χαρακτήρες, μέσω της μίμησης ανθρώπινων στάσεων, χειρονομιών και συμπεριφορών. Το θέατρο με γαντόκουκλα είναι δημοφιλές για την απλότητά του και την άμεση αλληλεπίδραση με το κοινό, ειδικά στις παραστάσεις για παιδιά. Στο θέατρο σκιών οι επίπεδες φιγούρες, σε ενιαία ή νευρόσπαστη μορφή, προβάλλονται σε μια φωτεινή επιφάνεια, δημιουργώντας σκιές που ζωντανεύουν την αφήγηση, με χαρακτηριστικά παραδείγματα το Γουαγιάνγκ Κούλιτ [Wayang Kulit] στην Ινδονησία και τον Καραγκιόζη στην Ελλάδα. Οι μεγάλες κούκλες / γιγαντόκουκλες, συνήθως κατασκευασμένες από ελαφρά υλικά, χρησιμοποιούνται σε παραστάσεις δρόμου ή φεστιβάλ. Στις σύγχρονες εκφράσεις του, όπως στην περίπτωση της μηχανοκίνητης κούκλας, η οποία ελέγχεται μέσω υπολογιστή, το κουκλοθέατρο συνδυάζει απλές ή πολύπλοκες τεχνικές κίνησης αντικειμένων, αξιοποιώντας συχνά ειδικά ηχητικά ή φωτιστικά εφέ και τις δυνατότητες της τεχνολογίας.
Ως δυναμική και εξελισσόμενη μορφή τέχνης το κουκλοθέατρο δεν συνιστά αποκλειστικά έκφραση του λαϊκού παραδοσιακού θεάτρου, αλλά αποτέλεσε πεδίο πειραματισμού και για καλλιτέχνες και θεωρητικούς της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας που επεδίωξαν να διευρύνουν τα όρια της σκηνικής έκφρασης. Οι δυνατότητες του κουκλοθεάτρου αξιοποιήθηκαν στο σύγχρονο θέατρο σε επίπεδο δραματουργίας (π.χ. οι εμπνεόμενες από το παραδοσιακό κουκλοθέατρο της Ανδαλουσίας φάρσες του Federico García Lorca [Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα], καθώς και τα μουσικά κουκλοθεατρικά έργα που συνδημιουργούν με τον συνθέτη Manuel de Falla [Μανουέλ ντε Φάγια]), σε επίπεδο θεωρίας (όπως λόγου χάριν στο δοκίμιο Τα «Δύο κουκλοθέατρα» ["Two Puppet Theatres", 1912] του Βσέβολοντ Εμίλιεβιτς Μέγιερχολντ [Vsevolod Emilyevich Meyerhold]), και σε επίπεδο σκηνοθεσίας, υποκριτικής ερμηνείας και εν γένει σκηνικής πράξης (όπως στη Μεγάλη Παντομίμα [La Grande pantomima con bandiere e pupazzi piccoli e medi] του Dario Fo [Ντάριο Φο] ή στο μπαλέτο Πετρούσκα του Ιγκόρ Στραβίνσκι [Igor Stravinsky]). Η τέχνη του κουκλοθεάτρου ενέπνευσε πολλούς νεότερους θεατρικούς σκηνοθέτες, όπως τους Σεργκέι Βλαντίμιροβιτς Ομπραζτσόφ [Sergey Vladimirovich Obraztsov], Jan Wilkowski [Γιαν Βιλκόφσκι], Michael Meschke [Μίκαελ Μέσκε], Tadeusz Kantor [Ταντέους Κάντορ] κ.ά., δημιουργώντας υβριδικά θεάματα που συνδυάζουν τη σκηνική παρουσία των ερμηνευτών / ερμηνευτριών με αντικείμενα, μάσκες, κούκλες και ανδρείκελα.
Στην εκπαίδευση, το κουκλοθέατρο αξιοποιείται ως μέσο ενίσχυσης της μάθησης, ενώ θεωρείται ότι προάγει τη φαντασία, τη δημιουργικότητα και τη συναισθηματική ανάπτυξη. Η αλληλεπίδραση με τις κούκλες παρέχει στα παιδιά την ευκαιρία να εκφράσουν τα συναισθήματά τους, αναπτύσσοντας κοινωνικές δεξιότητες. Σε θεραπευτικό πλαίσιο, το κουκλοθέατρο ενθαρρύνει τα άτομα να εκφραστούν και να διαχειριστούν τραυματικές εμπειρίες.